Θυρεοειδής & Εγκυμοσύνη

Η εγκυμοσύνη προκαλεί μεγάλες αλλαγές στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών και επηρεάζει τη λειτουργία του αδένα ακόμα και σε γυναίκες που δεν έχουν κάποια νόσο του θυρεοειδούς. Eκτός από τις φυσιολογικές αυτές αλλαγές, συχνές διαταραχές στη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της εγκυμοσύνης και το αναπτυσσόμενο μωρό. Οι λόγοι αυτοί κάνουν απαραίτητη την στενή παρακολούθηση της λειτουργίας του κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε γυναίκες που παρουσιάζουν κάποιο πρόβλημα.
 
Έλεγχος θυρεοειδικής λειτουργίας στην εγκυμοσύνη
Οι παθήσεις του θυρεοειδούς είναι συχνές στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και επηρεάζουν 4-7% των κυήσεων. Η διαταραχή στην λειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να επηρεάσει την πορεία της εγκυμοσύνης και την υγεία της μητέρας και του εμβρύου. Η διάγνωση των παθήσεων του θυρεοειδούς είναι εύκολη και αξιόπιστη με μέτρηση ορμονών στο αίμα και υπάρχει θεραπεία που μπορεί να βελτιώσει το αποτέλεσμα. Για τους λόγους αυτούς συστήνεται ένας βασικός έλεγχος της θυρεοειδικής λειτουργίας σε όλες τις εγκύους στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, που θα περιλαμβάνει μέτρηση της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (ΤSH) και των ελευθέρων ορμονών Τ3 και Τ4.
Αντίθετα, απαραίτητος είναι ο έλεγχος της θυρεοειδικής λειτουργίας αμέσως μόλις επιβεβαιωθεί η εγκυμοσύνη όταν:
- Υπάρχει οικογενειακό ιστορικό
- Υπάρχει ιστορικό υπογονιμότητας ή αποβολών πρώτου τριμήνου
- Υπάρχει ιστορικό νόσου του θυρεοειδούς
- Υπάρχει ιστορικό άλλου αυτοάνοσου νοσήματος
- Η έγκυος παίρνει κάποιο φάρμακο για το θυρεοειδή της
- Βρίσκουμε έναν διογκωμένο θυρεοειδή (βρογχοκήλη) στην κλινική εξέταση
- Υπάρχουν συμπτώματα ή σημεία ύποπτα για διαταραχή της θυρεοειδικής λειτουργίας
 Πολύ σημαντικό επίσης να τονίσουμε είναι ότι ένα 7% περίπου των γυναικών που δεν είχαν πρόβλημα πριν την εγκυμοσύνη, μπορεί να αναπτύξουν κάποια διαταραχή της λειτουργίας του θυρεοειδούς ακόμα και ένα χρόνο μετά την εγκυμοσύνη. Για το λόγο αυτό καλό είναι να γίνεται και ένας έλεγχος του θυρεοειδούς στην πρώτη επίσκεψη στον γυναικολόγο, γύρω στις 6-8 εβδομάδες μετά τον τοκετό.
ΙΩΔΙΟ ΚΑΙ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ
Η πιο συχνή αιτία υπολειτουργίας του θυρεοειδούς παγκοσμίως είναι η ανεπαρκής κατανάλωση ιωδίου. Το ιώδιο είναι απαραίτητο για τη δημιουργία των θυρεοειδικών ορμονών. Η σοβαρή έλλειψη του μπορεί να οδηγήσει σε υποθυρεοειδισμό τόσο στη μητέρα όσο και στο έμβρυο και να οδηγήσει σε βαριά διαταραχή της ανάπτυξης και της εγκεφαλικής λειτουργίας, τον λεγόμενο κρετινισμό.
Σύμφωνα με τον Αμερικανική Ενδοκρινολογική Εταιρεία και τον Παγκόσμιο Οργανισμό υγείας η λήψη ιωδίου κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού είναι απαραίτητη.
Πριν  την εγκυμοσύνη οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει να καταναλώνουν τουλάχιστον 150 mcg  ημερησίως. Κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης που η ανάγκη για παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών είναι ιδιαίτερα αυξημένη, είναι απαραίτητο να καταναλώνουν, τουλάχιστον 150-200 mcg την ημέρα. Οι γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να καταναλώνουν περίπου 250 mcg ιωδίου την ημέρα έτσι ώστε να εξασφαλίσουν την ποσότητα που χρειάζεται το μωρό τους. Προσοχή χρειάζεται στις γυναίκες με ιστορικό υπερλειτουργίας του θυρεοειδούς, όπου θα πρέπει να συζητήσουν την λήψη ιωδίου με τον ενδοκρινολόγο τους.
Αν μια γυναίκα παίρνει θεραπεία με ορμόνες θυρεοειδούς, θα πρέπει να παίρνει τις βιταμίνες που περιέχουν ασβέστιο, σίδηρο ή ιώδιο τουλάχιστον 4 ώρες μετά το χάπι της θυροξίνης.
Ο έλεγχος της επάρκειας του ιωδίου (με μέτρηση ιωδίου σε ούρα 24ωρου) δεν συστήνεται  για όλες τις εγκύους, εκτός αν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις (διογκωμένος θυρεοειδής αδένας – βρογχοκήλη, υποθυρεοειδισμός, ιστορικό πιθανής διατροφικής έλλειψης ιωδίου). Επάρκεια θεωρείται όταν η περιεκτικότητα ιωδίου στα ούρα (UIC) είναι 150-250 mcg/d.
ΥΠΟΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ
Υποθυρεοειδισμός που έχει διαγνωσθεί πριν την εγκυμοσύνη: Οι ορμόνες του θυρεοειδούς είναι απαραίτητες για την γονιμότητα, τη σύλληψη και την ομαλή πορεία της εγκυμοσύνης. Για το λόγο αυτό, αν μια γυναίκα έχει υποθυρεοειδισμό και επιθυμεί να μείνει έγκυος θα πρέπει, να ρυθμίσει τις ορμόνες του θυρεοειδούς στα κατάλληλα φυσιολογικά επίπεδα. Αν οι ορμόνες του θυρεοειδούς δεν είναι στα συνιστώμενα επίπεδα, τότε μπορεί να χρειαστεί να καθυστερήσει την εγκυμοσύνη μέχρι αυτά να ρυθμιστούν. Τα βέλτιστα επίπεδα θυρεοειδοτρόπου ορμόνης TSH είναι < 2.5 IU/ml όταν μια γυναίκα επιθυμεί εγκυμοσύνη.
 Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης οι θυρεοειδικές ορμόνες της μαμάς πρέπει να καλύψουν και τις ανάγκες του αναπτυσσόμενου εμβρύου, ιδιαίτερα το πρώτο μισό της κύησης. Αν λοιπόν η έγκυος γυναίκα δεν έχει έχει επαρκείς ορμόνες, το έμβρυο μπορει να έχει διαταραχές ιδιαίτερα στην εγκεφαλική του ανάπτυξη και λειτουργία. Οι γυναίκες λοιπόν που έχουν υποθυρεοειδισμό, όχι μόνο πρέπει να συνεχίσουν την ορμόνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, άλλα συχνά χρειάζεται και να αυξήσουν τη δόση που παίρνουν, 30-50% μέσα στις πρώτες 6 εβδομάδες της εγκυμοσύνης. Αν ο υποθυρεοειδισμός δεν αντιμετωπίζεται σωστά στην εγκυμοσύνη, μπορεί να προκαλέσει αυξημένη πίεση, ανεμία, αδυναμία, μυϊκούς πόνους μέχρι και πρόωρο τοκετό ή ακόμα και αποβολή. Αμέσως μετά την εγκυμοσύνη η δόση της θυροξίνης πρέπει να μειωθεί στα προ εγκυμοσύνης επίπεδα.
Υποθυρεοειδισμός στην αρχή της εγκυμοσύνης. Ο υποθυρεοειδισμός είναι η πιο συχνή πάθηση του θυρεοειδούς που επηρεάζει την εγκυμοσύνη σε ένα 2-3% των κυήσεων (1:50 υποκλινικός, 1:500 σοβαρός κλινικός υποθυροεειδισμός). Αν δεν διαγνωσθεί και αντιμετωπισθεί σωστά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί αυξήσει τον κίνδυνο για επιπλοκές όπως αποβολή, αποκόλληση του πλακούντα, προεκλαμψία, αναιμία, πρόωρο τοκετό, αιμορραγίες μετά τον τοκετό. Η διάγνωση γίνεται αν, στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης η θυρεοειδοτρόπος ορμόνη TSH βρεθεί >2.5 IU/ml σε δύο διαφορετικές μετρήσεις, ιδαίτερα σε γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη θυρεοειδικής νόσου. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γίνεται και έλεγχος των αυτοαντισωμάτων εναντίον του θυρεοειδούς και, να γίνεται αξιολόγηση από Ενδοκρινολόγο για την έναρξη θεραπείας με θυροξίνη.  Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συνισταται έλεγχος των θυροειδικών ορμονών κάθε μήνα, μέχρι την 24η εβδομάδα και κάθε 6 εβδομάδες μετά. Σε γυναίκες που δεν εμφάνισαν κλινικό υποθυρεοειδισμό αλλά μικρή μόνο αύξηση της TSH κατά την εγκυμοσύνη, συνήθως συστήνεται η διακοπή της θεραπείας μετά τον τοκετό και συχνή παρακολούθηση.
ΘΥΡΕΟΕΤΟΞΙΚΩΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ
Θυρεοετοξίκωση σημαίνει αυξημένη ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών στον οργανισμό, από οποιαδήποτε αιτία. Η ίδια η εγκυμοσύνη, λόγω της δράσης ορμονών όπως η β-χοριακή γοναδοτροπίνη, μπορεί να οδηγήσει σε σχετική αύξηση των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα, χωρίς την ύπαρξη κάποιας παθολογικής κατάστασης. Αντίθετα, υπερθυρεοειδισμός σημαίνει αυτόνομη υπερλειτουργία του θυρεοειδούς, συμβαίνει δηλαδή όταν ο θυρεοειδής παράγει υπερβολική ποσότητα ορμονών Τ3 και Τ4 και, αυτό χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση και, πιθανόν, έναρξη θεραπείας. Όταν ο θυρεοειδής υπερλειτουργεί, επηρεάζει τον τρόπο που το σώμα χρησιμοποιεί ενέργεια και μπορεί να επηρεάσει και την γονιμότητα και την πορεία μιας εγκυμοσύνης. Η υπερλειτουργία του θυρεοειδούς κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνη αν οι δεν βρίσκεται υπό έλεγχο. Οι έγκυες γυναίκες με ανεξέλεγκτο υπερθυρεοειδισμό  μπορεί να εμφανίσουν ταχυκαρδίες, υπέρταση και καρδιακά προβλήματα και έχουν αυξημένο κίνδυνο για αποβολή, πρόωρο τοκετό και γέννηση μωρού με πολύ χαμηλό βάρος.
Αν μια γυναίκα έχει υπερθυρεοειδισμό και μείνει έγκυος,  θα πρέπει να έρθει σε άμεση επαφή με τον ενδοκρινολόγο της για να τροποποιήσει την αγωγή, ιδιαίτερα κατα τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Η παρακολούθηση θα πρέπει να είναι πολύ στενή, κάθε 3-4 εβδομάδες έτσι ώστε να διαμορφώνεται η φαρμακευτική θεραπεία ανάλογα με τις ανάγκες της εγκυμοσύνης.
Κάποιες φορές ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί να διαγνωσθεί για πρώτη φορά στην εγκυμοσύνη και τότε θα πρέπει να υπάρξει άμεση αξιολόγηση από ενδοκρινολόγο σχετικά με την ανάγκη έναρξης θεραπείας και τη συχνότητα παρακολούθησης.
 
Τι μπορεί να προκαλέσει θυρεοτοξίκωση ή υπερθυρεοειδισμό κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης;
• Νόσος του Graves. Η νόσος του Graves είναι η πιο συχνή αιτία υπερθυρεοειδισμού στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Είναι μια αυτοάνοση νόσος. Στην περίπτωση αυτή τα αυτοαντισώματα που παράγονται ενεργοποιούν το θυρεοειδή, κάνοντας τον να παράγει περισσότερες ορμόνες από όσες χρειάζεται ο οργανισμός. Οι περισσότερες γυναίκες έχουν συνήθως διαγνωσθεί και ξεκινούν θεραπεία πριν την εγκυμοσύνη.
• Υπερέμεση. Γυναίκες που έχουν σοβαρή ναυτία και εμέτους στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης μπορεί να έχουν και διαταραχές στην λειτουργία του θυρεοειδούς τους και, κάποιες φορές μπορεί να αναπτύξουν παροδικό υπερθυρεοειδισμό της κύησης. Αυτός ο τύπος υπερθυρεοειδισμού οφείλεται στα υψηλά επίπεδα της β-χοριακής γοναδοτροπίνης (β hCG), μιας από τις βασικές ορμόνες της εγκυμοσύνης και συνήθως υποχωρεί μετά την 14η-18η εβδομάδα της κύησης (μετά τον 4ο μήνα), οπότε και δεν χρειάζεται φαρμακευτική θεραπεία αλλά στενή  παρακολούθηση. Αν η θυρεοειδοτρόπος ορμόνη παραμένει πολύ χαμηλή (<0.1 IU/ml) και συνηπάρχουν συμπτώματα υπερθυρεοειδισμού, τότε μπορεί να συνυπάρχει πραγματική νόσος του θυρεοειδούς που να χρειάζεται θεραπεία.
• Όζοι θυρεοειδούς. Κάποιες φορές υπερθυρεοειδισμός στην εγκυμοσύνη μπορεί να ξεκινήσει από έναν όζο του θυρεοειδούς που παράγει μεγάλες ποσότητες ορμονών.
• Ο υπερθυρεοειδισμός της κύησης συνήθως είναι ήπιος και παροδικός οπότε σπάνια χρειάζεται θεραπεία.
 
Ποια είναι τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού;
Η μέλλουσα μαμά μπορεί να παραπονείται για:
• Υπερβολική ζέστη, σε σχέση με άλλα άτομα στον περιβάλλον της
• Ταχυκαρδίες
• Τρέμουλο στα χέρια
• Απώλεια βάρους ή δυσκολία στο να πάρει βάρος
• Ιδιαίτερη κόπωση
• Διαταραχή στον ύπνο
• Ευερέθιστη διάθεση, έντονο στρες
Πως μπορεί διαγνωσθεί ο υπερθυρεοειδισμός στην εγκυμοσύνη;
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συνήθως η πρώτη υποψία μπαίνει αν στον αρχικό έλεγχο του θυρεοειδούς βρεθεί μια πολύ χαμηλή τιμή θυρεοειδοτρόπου ορμόνης TSH. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνει επανάληψη της μέτρησης, καθώς και έλεγχος και των άλλων θυρεοειδικών ορμονών και εκτίμηση από ενδοκρινολόγο με εμπειρία στην εγκυμοσύνη. Κάποιες φορές μπορεί να χρειαστεί να γίνουν αρκετές επαναλήψεις εξετάσεων σε σύντομο χρονικό διάστημα ώστε να καθοριστεί η πιθανή αιτία της θυρεοτοξίκωσης. Αν υπάρχει έντονος υπερθυρεοειδισμός με συμπτώματα, μπορεί να χρειαστεί θεραπεία με αντιθυρεοειδικά φάρμακα και πολύ συχνή παρακολούθηση. Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού δεν κάνουμε ποτέ σπινθηρογράφημα! Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εξέταση της εγκύου και τις διαδοχικές εξετάσεις των ορμονών του θυρεοειδούς.
Αν διαγνωσθεί κλινικός, συμπτωματικός υπερθυρεοειδισμός, θα χρειαστεί η έναρξη θεραπείας με αντιθυρεοειδικά φάρμακα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης το προτιμότερο φάρμακο είναι η προπυλθιουρακίλη(PTU). Όταν χορηγείται προπυλθιουρακίλη πρέπει να γίνεται έλεγχος ηπατικής λειτουργίας σε κάθε τρίμηνο.
 Η μεθιμαζόλη, ένα συχνό αντιθυρεοειδικό φάρμακο, δεν είναι κατάλληλο για το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης γιατί, σπάνια, μπορεί να προκαλέσει γενετικές διαταραχές. Είναι όμως το φάρμακο επιλογής για το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο.
Ο στόχος είναι η διατήρηση των θυρεοειδικών ορμονών στα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα γιατί υπάρχει κίνδυνος εμβρυϊκού υποθυρεοειδισμού αν η λειτουργία του θυρεοειδούς κατασταλεί σημαντικά.  Για το λόγο αυτό η δοσολογία των φαρμάκων μπορεί να χρειαστεί να αλλάξει και κατα τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και μετά τον τοκετό.
Σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις, ο υπερθυρεοειδισμός μπορει να μην ελέγχεται στον απαιτούμενο βαθμό με τα φάρμακα, με αποτέλεσμα να μπαίνει σε κίνδυνο η κύηση και το έμβρυο. Στην εγκυμοσύνη απαγορεύεται η θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο, οπότε η λύση είναι η αφαίρεση τμήματος ή ολόκληρου του θυρεοειδούς για να βελτιωθεί η νόσος. Το χειρουργείο μπορεί να γίνει με ασφάλεια κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου (4ος-6ος μήνας).
Κατά τη διάρκεια του θηλασμού, τα αντιθυρεοειδικά φάρμακα συνεχίζονται χωρίς κανένα πρόβλημα. Θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο μπορεί να γίνει, αν χρειάζεται, μετά το τέλος του θηλασμού.
 
Μπορεί να μωρό να χρειαστεί ιδιαίτερη φροντίδα μόλις γεννηθεί;
Η νόσος του Graves είναι αυτοάνοση και οφείλεται σε αντισώματα που ενεργοποιούν τον θυρεοειδή. Τα αντισώματα αυτά μπορεί να περάσουν τον πλακούντα και να προκαλέσουν υπερθυρεοειδισμό στο μωρό. Αν η έγκυος έχει νόσο του Graves ή είχε ιστορικό της νόσου στο παρελθόν, θα πρέπει να γίνει έλεγχος αυτών των ειδικών αντισωμάτων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, και συγκεκριμένα μετά την 24η εβδομάδα, οπότε και αρχίζει να λειτουργεί ο εμβρυϊκός θυρεοειδής. Αν βρεθούν αυξημένα πάνω από ένα όριο, το μωρό μπορεί να χρειαστεί ειδική παρακολούθηση τόσο κατά την εγκυμοσύνη όσο και μετά (για τις πρώτες 2 εβδομάδες μετά τον τοκετό)  και, κάποιες φορές, μπορεί να χρειαστεί θεραπεία. Η νεογνική νόσος  Graves είναι σπάνια (1:25000 γεννήσεις, ~ 2% των κυήσεων με νόσο του Graves) και είναι αυτοπεριοριζόμενη νόσος, διάρκειας 1-3 μηνών.
 
ΧΡΟΝΙΑ ΘΥΡΕΟΕΙΔΙΤΙΔΑ ΚΑΙ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ
Έως και 15% των νέων γυναικών έχουν αυξημένα αντισώματα εναντίον του θυρεοειδούς και χρόνια θυρεοειδίτιδα. Σε γυναίκες με επαναλαμβανόμενες αποβολές η υπογονιμότητα, θετικά αντιθυρεοειδικά αντισώματα ανευρίσκονται σε ποσοστά σε 17-30%
Ιστορικό χρόνιας θυρεοειδίτιδας με  πολύ αυξημένα αντισώματα σχετίζεται με υπογονιμότητα καθώς και διπλάσια σχεδόν πιθανότητα αποβολής στο πρώτο τρίμηνο. Μια γυναίκα που έχει  θυρεοειδίτιδα Hashimoto, θα πρέπει, αν σχεδιάζει μια εγκυμοσύνη, να συζητήσει  με τον ιατρό της ποια πρέπει να είναι τα ιδανικά επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης για να ευνοηθεί η σύλληψη και αν θα χρειαστεί να ξεκινήσει θεραπεία με θυρεοειδική ορμόνη πρίν την εγκυμοσύνη.
 Εάν μαι γυναίκα με θυρεοειδίτιδα μείνει έγκυος, θα πρέπει να παρακολουθείται η TSH κάθε μήνα γιατί υπάρχει αυξημένος κίνδυνος να αναπτυχθεί υποθυρεοειδισμός κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η έναρξη θεραπείας συστήνεται εάν η TSH ειναι >2.5 IU/ml
Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να συστηθεί συστηματικός έλεγχος γυναικών για αντιθυρεοειδικά αντισώματα στην αρχή της εγκυμοσύνης.
• Πότε ελέγχουμε για την παρουσία αντισωμάτων:
- Σε ατομικό/οικογενειακό ιστορικό αυτοανοσίας του θυρεοειδούς ή άλλων αυτοάνοσων παθήσεων (ιδίως ΣΔ τύπου 1)
- Σε ιστορικό υπογονιμότητας
- Σε ιστορικό αποβολών
- Παρουσία βρογχοκήλης
- Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη TSH >2.5 IU/ml
Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι, οι γυναίκες που έχουν αυξημένα αντιθυρεοειδικά αντισώματα πριν την εγκυμοσύνη, έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν θυρεοειδίτιδα της λοχείας, μια σχετικά οξεία διαταραχή του θυρεοειδούς που συνήθως εμφανίζεται 6-8 εβδομάδες μετά τον τοκετό και μπορεί να προκαλέσει μεγάλες εναλλαγές στα επίπεδα των ορμονών και έντονα συμπτώματα στη νεαρή μαμά, όπως σημαντική κόπωση, νεύρα, κατάθλιψη, διαταραχή στο θηλασμό και άλλα. Τυπικά η θυρεοειδίτιδα της λοχείας έχει 3 φάσεις: αρχικό υπερθυρεοειδισμό (6 εβδομάδες -3 μήνες μετά τον τοκετό),που ακολουθείται από υποθυρεοειδισμό (3- 9 μήνες μετά) και επιστροφή στην φυσιολογική λειτουργία (έως και 1 χρόνο μετά τον τοκετό), αν και ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να είναι μόνιμος. Κατά την υπερθυρεοειδική φάση δεν χρειάζεται θεραπεία. Αντίθετα, ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να αντιμετωπισθεί με χορήγηση θυροξίνης. Η θυρεοειδίτιδα της λοχείας μπορεί να επανεμφανισθεί σε μελλοντική εγκυμοσύνη.
 Ένα 30% αυτών των γυναικών μπορεί να αναπτύξει μόνιμο υποθυρεοειδισμό στο μέλλον.
 
ΟΖΟΙ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ ΚΑΙ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ
Οι όζοι θυρεοειδούς είναι μικρά «ογκίδια» που δημιουργούνται μέσα στον αδένα και είναι καλοήθη (μη καρκινικά) στο 95% των περιπτώσεων. Ένα μικρό ποσοστό όζων (~10%) μπορεί να παράγει αυξημένες ποσότητες ορμονών και να προκαλέσει υπερθυρεοειδισμό
.
 Αν ένας όζος ανακαλυφθεί κατα τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στην φυσική εξέταση ή αν υπάρχει από πριν (και δεν έχει γίνει απαραίτητος έλεγχος) θα πρέπει να γίνει ένας υπέρηχος θυρεοειδούς για να αξιολογηθεί το ακριβές του μέγεθος και το αν είναι συμπαγής ή κυστικός (γεμάτος με υγρό). Ανάλογα με τα αποτελέσματα των υπερήχων μπορεί να συσταθεί διαγνωστική παρακέντηση του όζου (βιοψία) ή απλά παρακολούθηση και επανέλεγχος μετά την κύηση. Συνήθως οι όζοι του θυρεοειδούς δεν επηρεάζουν την λειτουργία του θυρεοειδούς ούτε την κύηση, οπότε μπορούμε να αναβάλουμε την αντιμετώπιση τους για μετά τον τοκετό. Στην περίπτωση που η παρακέντηση του όζου ειναι ύποπτη, χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς μπορεί να γίνει με ασφάλεια στο δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.
Ποια είναι η θεραπεία για τους όζους θυρεοειδούς και τον καρκίνο;
Η αντιμετώπιση των όζων του θυρεοειδούς εξαρτάται από το αν οι όζοι αυτοί είναι κακοήθεις (καρκίνος) ή όχι.
Χειρουργείο για την αφαίρεση του θυρεοειδούς μπορεί να χρειαστεί
• αν ένας ή περισσότεροι όζοι είναι κακοήθεις ή ύποπτοι για κακοήθεια ή
• αν μεγαλώνουν πολύ γρήγορα ή
• αν υπάρχουν και ύποπτοι λεμφαδένες στο λαιμό.
Ασφαλής περίοδος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης για να γίνει το χειρουργείο είναι το δεύτερο τρίμηνο (4ος-6ος μήνας). Οι γυναίκες που φοβούνται να κάνουν χειρουργείο μπορούν στις περισσότερες περιπτώσεις να περιμένουν μετά τον τοκετό καθώς οι περισσότεροι τύποι καρκίνου του θυρεοειδούς εξελίσσονται πολύ αργά και μια μικρή καθυστέρηση στην χειρουργική αφαίρεση δεν επηρεάζει σημαντικά την πρόγνωση.
Η αντιμετώπιση του καρκίνου του θυρεοειδούς συχνά περιλαμβάνει και θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο, έτσι ώστε να καταστραφεί τυχόν υπόλειμμα του θυρεοειδούς μετά το χειρουργείο. Οι γυναίκες που είναι έγκυες ή που θηλάζουν, δεν μπορούν να κάνουν τέτοια θεραπεία.
Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η εγκυμοσύνη προκαλεί υποτροπή του καρκίνου σε γυναίκες που είχαν θεραπευτεί με επιτυχία στο παρελθόν. Αν μια γυναίκα έχει ιστορικό με καρκίνο του θυρεοειδούς και έχει κάνει θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο στο παρελθόν, θα πρέπει να περιμένει ένα διάστημα 12 μηνών πριν μείνει έγκυος με ασφάλεια.