Αλλεργική Ρινίτιδα

Η αλλεργική ρινίτιδα απασχολεί το 15-20% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ τα τελευταία 40 χρόνια παρατηρείται αύξηση της συχνότητας εμφάνισής της. Η νόσος μπορεί να προσβάλλει άτομα από όλες τις κοινωνικοοικονομικές ομάδες και ηλικίες, επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη σχολική επίδοση, την εργασία, την παραγωγικότητα, την κοινωνικότητα, υποβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής των ασθενών...
Τι είναι η αλλεργική ρινίτιδα και ποια τα αίτια της;
 
Αλλεργική ρινίτιδα είναι η φλεγμονή, η οποία εκδηλώνεται στο ρινικό βλεννογόνο, μετά από έκθεση σε αλλεργιογόνα, δηλαδή ουσίες, που ενώ συνήθως δεν προκαλούν συμπτώματα, σε ορισμένους ανθρώπους πυροδοτούν μια αντίδραση υπερευαισθησίας. Αυτές οι αλλεργιογόνες ουσίες μπορεί να είναι γύρη (άνθη, φυτά, χόρτα), σκόνη (ακάρεα), τρίχωμα ζώων (γάτα, σκύλος), έντομα, μύκητες, ορισμένα φάρμακα (ασπιρίνη) κ.ά. Η επαφή τους με το ρινικό βλεννογόνο προκαλεί την ενεργοποίηση κυττάρων (ηωσινόφιλων, μαστοκυττάρων, Τ κυττάρων) και την έκκριση ουσιών (ισταμίνη, κυτοκίνες, χημοκίνες), που προκαλούν τη φλεγμονώδη αντίδραση της μύτης.
Η αυξανόμενη επίπτωσή της αποδίδεται και στο σύγχρονο περιβάλλον με την έντονη παρουσία ρύπων από τη βιομηχανία και τα αυτοκίνητα. Η επαγγελματική επίσης έκθεση σε ερεθιστικούς παράγοντες μπορεί να επιβαρύνει τη ρινίτιδα. Επιπλέον, το κάπνισμα, ακόμα και το παθητικό, καθώς και η σημερινή διατροφή, ενοχοποιούνται για την παρουσία της νόσου. Από πολλά έτη σαφής αναγνωρισμένος επιβαρυντικός παράγοντας είναι και το οικογενειακό ιστορικό.
 
Ποια είναι τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας;
 
Οι ασθενείς παραπονιούνται για δυσκολία στην αναπνοή από τη μύτη (ρινική συμφόρηση), η οποία ενδέχεται να δυσκολεύει και τον ύπνο. Επιπλέον υπάρχει καταρροή, συνήθως διαυγής, η οποία μερικές φορές γίνεται αντιληπτή και οπισθορινικά, προκαλώντας βήχα. Έντονα ενοχλητικός είναι και ο κνησμός της μύτης, καθώς και οι πολλοί πταρμοί (φτερνίσματα), ενώ μπορεί να υπάρχει διαταραχή στην όσφρηση (υποσμία ή ανοσμία).
Η αλλεργική ρινίτιδα, με βάση τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, μπορεί να χαρακτηριστεί ήπια, όπου οι ενοχλήσεις δεν είναι σημαντικές, ενώ αν επηρεάζεται η καθημερινή δραστηριότητα και ο ύπνος, θεωρείται μέτρια ή βαριά. Επιπλέον, η διάρκεια των συμπτωμάτων διακρίνει την αλλεργική ρινίτιδα σε διαλείπουσα (εποχιακή), όταν η διάρκεια τους είναι μικρότερη από 4 εβδομάδες ή 4 ημέρες ανά εβδομάδα, ενώ σε αντίθετες περιπτώσεις θεωρείται συνεχής (ολοετής).
Επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν, ότι συχνά η αλλεργική ρινίτιδα και το άσθμα συνυπάρχουν. Η σύγχρονη πλέον αντίληψη θεωρεί και τις δύο παθήσεις ως μορφές της ίδιας νόσου, της «νόσου του κοινού αεραγωγού». Ορισμένες φορές συνυπάρχουν και συμπτώματα από τα μάτια, όπως κνησμός και επιφορά (δακρύρροια). Η συσχέτιση της αλλεργική ρινίτιδας με την οξεία και τη χρόνια ρινοκολπίτιδα (ιγμορίτιδα) επιβεβαιώνεται από αρκετά δεδομένα ενώ τα στοιχεία δεν είναι τόσο σαφή για τη σχέση της με τους πολύποδες της μύτης και τη μέση ωτίτιδα.
Πως γίνεται η διάγνωση;
 
Η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας βασίζεται καταρχήν στην αναγνώριση των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων της. Πολύ συχνά ο ίδιος ο ασθενής περιγράφει τις ενοχλήσεις μόλις έρθει σε επαφή με το αλλεργιογόνο, π.χ. σκόνη, γύρη. Η ακριβής μελέτη του ιστορικού μπορεί να δώσει πολύ ακριβή εικόνα για τα αίτια και τη βαρύτητα της ρινίτιδας.
Η εξέταση της μύτης είναι απαραίτητη ακόμη και σε ήπια διαλείπουσα (εποχιακή) αλλεργική ρινίτιδα. Η χρήση ενδοσκοπίου ρινός για την άμεση επισκόπηση του βλεννογόνου της μύτης, μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάστασή του, ενώ ταυτόχρονα μπορούν να διαγνωστούν συνυπάρχουσες παθήσεις όπως σκολιωτικό («στραβό») διάφραγμα, πολύποδες ρινός κ.ά..
Επιπλέον μπορούν να εκτελεστούν οι δερματικές δοκιμασίες νυγμού για την επιβεβαίωση της διάγνωσης. Οι δοκιμασίες αυτές περιλαμβάνουν την έγχυση γνωστών αλλεργιογόνων στο δέρμα και την παρακολούθηση της τοπικής αντίδρασης. Εκτός από τα δερματικά test μπορούν να μετρηθούν στο αίμα ειδικές ανοσοσφαιρίνες (ΙgE) έναντι των αλλεργιογόνων με παρόμοια διαγνωστική αξία.
Υπάρχει θεραπεία για την αλλεργική ρινίτιδα;
Η αλλεργική ρινίτιδα είναι μια χρόνια πάθηση που χρειάζεται χρόνια θεραπεία. Αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό από τους ασθενείς που μπορεί να περιμένουν με ένα άμεσο τρόπο να θεραπευτούν. Όπως για την αρτηριακή υπέρταση χορηγούνται φάρμακα σε χρόνια βάση έτσι και για την ολοετή ρινίτιδα χρειάζεται συνεχή αγωγή. Η εξήγηση της νόσου και η εκπαίδευση των ασθενών αποτελεί βασική αρχή στην αντιμετώπισή της. Η επιλογή επίσης της θεραπείας εξαρτάται από την διάρκεια και την βαρύτητα της ρινίτιδας.
Η αποφυγή της έκθεσης στα υπεύθυνα αλλεργιογόνα μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα. Παρόλη την ορθή λογική αυτού του μέτρου, η αποτελεσματικότητά του δεν έχει τεκμηριωθεί ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι και εφικτή η πλήρης αποφυγή τους π.χ. της γύρης ορισμένων φυτών.
Η αποτελεσματικότερη φαρμακευτική αγωγή για όλες τις μορφές αλλεργικής ρινίτιδας είναι τα ενδορινικά κορτικοστερεοειδή (ρινικά σπρευ κορτιζόνης). Μετά από λίγες ημέρες εφαρμογής βελτιώνουν την ρινική απόφραξη. Μεγάλες μελέτες έχουν δείξει την ασφάλεια τους για μακρύ χρονικό διάστημα χρήσης καθώς και ελάχιστες τοπικές αντιδράσεις. Από την άλλη πλευρά τα ενδορινικά αποσυμφορητικά-συμπαθομιμήτικά βελτιώνουν την αναπνοή αλλά η χρήση τους πέρα των 10 ημερών προκαλεί φαρμακευτική ρινίτιδα.
 Τα από του στόματος αντισταμινικά μπορούν να βοηθήσουν την καταρροή αλλά όχι την απόφραξη ενώ θα πρέπει να προτιμούνται τα νεότερης γενιάς καθώς οι ανεπιθύμητες ενέργειές τους είναι λιγότερες. Τα τοπικά αντισταμινικά αποτελούν μια νέα και ελπιδοφόρος θεραπεία με ελάχιστες τοπικές παρενέργειες. Επιπλέον οι ρινικές πλύσεις με φυσιολογικό ορό είναι σημαντικές και βοηθούν την μηχανική απομάκρυνση των ερεθιστικών παραγόντων.
Οι ανταγωνιστές των υποδοχέων των λευκοτριενίων είναι αποτελεσματικά φάρμακα για τους αλλεργικούς ασθενείς και αρκετά καλά ανεκτά. Επιπλέον φάρμακα που χρησιμοποιούμε είναι τα χρωμονικά και τα αντιχολινεργικά για την αντιμετώπιση της επιπεφυκίτιδας και της ρινόρροιας αντίστοιχα.
Η χειρουργική παρέμβαση έχει θέση όταν συνυπάρχει ανατομικό «εμπόδιο» όπως σκολίωση του ρινικού διαφράγματος και υπερτροφία των ρινικών κογχών.
Τέλος οι ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην αγωγή και έχουν συγκεκριμένη αλλεργία είναι υποψήφιοι για ανοσοθεραπεία. Σε αυτήν χορηγούμε σταδιακώς αυξανόμενες δόσεις του αλλεργιογόνου υποδορίως ή υπογλωσσίως ώστε να απευαισθητοποιήσουμε τον ρινικό βλενογγόνο.
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό η αλλεργική ρινίτιδα είναι μια συχνή πάθηση με σημαντική επίπτωση στην καθημερινότητα των ασθενών. Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η αναζήτηση βοήθειας από τον γιατρό, ξεκινώντας από τον ωτορινολαρυγγολόγο θα οδηγήσει στη διάγνωση και την έναρξη της θεραπείας. Τα τελευταία χρόνια έχουμε καταφέρει να έχουμε στα χέρια μας όχι μόνο σύγχρονες διαγνωστικές μεθόδους αλλά και πολύ αποτελεσματικά και ασφαλή φάρμακα. Η συστηματικοποίηση της γνώσης μας για την αλλεργική ρινίτιδα μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε διάφορα θεραπευτικά πρωτόκολλα με σημαντική βελτίωση στην ποιότητα ζωής των ασθενών.