Η Δυσανεξία στη λακτόζη

Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι μια σχετικά συνηθισμένη διαταραχή πέψης, η οποία χαρακτηρίζεται από αδυναμία ή ανεπαρκή ικανότητα να χωνέψει κανείς τη λακτόζη, δηλαδή το βασικό υδατάνθρακα στο γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Η δυσανεξία στη λακτόζη οφείλεται στην ανεπάρκεια της λακτάσης, ενός ενζύμου που βρίσκεται στα κύτταρα του αυλού του εντέρου. Η λακτάση διασπά τη λακτόζη σε δύο απλά σάκχαρα, τη γαλακτόζη και τη γλυκόζη, που απορροφώνται από το έντερο.
Είναι η δυσανεξία στη λακτόζη τροφική αλλεργία;
Συχνά, η δυσανεξία στη λακτόζη συγχέεται με την αλλεργία στην πρωτεΐνη γάλακτος. Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι μια διαταραχή της πέψης, εξαιτίας της έλλειψης της λακτάσης του ενζύμου, που διασπά το συγκεκριμένο υδατάνθρακα, χωρίς να μεσολαβεί το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι τροφικές αλλεργίες παρουσιάζονται, λόγω αντίδρασης του οργανισμού, σε πρωτεΐνες μέσω μηχανισμών του ανοσοποιητικού. Ειδικά η αλλεργία στην πρωτεΐνη του γάλακτος αγελάδας ξεκινά τους πρώτους μήνες της ζωής σε αντίθεση με την όψιμη εμφάνιση της πρωτοπαθούς δυσανεξίας στη λακτόζη και αφορά έως 5% του πληθυσμού των βρεφών.
Τι προκαλεί δυσανεξία στη λακτόζη;
 
Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι της δυσανεξίας στη λακτόζη, η πρωτοπαθής και η δευτεροπαθής.
• Η πρωτοπαθής δυσανεξία στη λακτόζη είναι η πλέον συνηθισμένη αιτία δυσαπορρόφησης της λακτόζης. Αποδίδεται στην κληρονομούμενη, γενετικά καθοριζόμενη επίκτητη ανεπάρκεια της λακτάσης. Αναπτύσσεται σε διαφορετική ηλικία ανάλογα με την φυλή και είναι εφ΄όρου ζωής. Ειδικά στην Ελλάδα, η επίπτωση της πρωτοπαθούς δυσανεξίας στη λακτόζη μπορεί να υπερβαίνει το 60%. Η εμφάνιση των συμπτωμάτων συνήθως είναι προοδευτική. Τα περισσότερα άτομα με πρωτοπαθή ανεπάρκεια λακτάσης θα εμφανίσουν συμπτώματα δυσανεξίας στη λακτόζη στην όψιμη εφηβεία ή στην ενήλικο ζωή. Τα άτομα αυτά ανέχονται μια συγκεκριμένη ποσότητα λακτόζης στo διαιτολόγιο τους.
• Δευτεροπαθής δυσανεξία στη λακτόζη συμβαίνει σε περιπτώσεις βλάβης του λεπτού εντέρου, εκεί όπου εντοπίζεται η λακτάση, στο πλαίσιο κάποιας άλλης νόσου ή κατάστασης π.χ. εντερίτιδες, κοιλιοκάκη, νόσος του Crohn, υποθρεψία, χημειοθεραπεία. Είναι παροδική και υφίεται μετά την αποκατάσταση του βλεννογόνου. Παρουσιάζεται σε κάθε ηλικία και συνηθέστερα σε βρέφη με λοιμώδη εντερίτιδα.
Τέλος, η συγγενής ανεπάρκεια της λακτάσης είναι εξαιρετικά σπάνια κληρονομούμενη νόσος. Εμφανίζεται τις πρώτες μέρες ζωής με συνεχείς διάρροιες μετά την κατανάλωση γάλακτος λόγω της εκ γενετής πλήρους έλλειψης λακτάσης. Αν δε διαγνωσθεί άμεσα, ενέχει κίνδυνο αφυδάτωσης και ηλεκτρολυτικών διαταραχών. Η θεραπεία έγκειται στη χορήγηση φόρμουλας χωρίς λακτόζη.
Ποιά είναι τα συμπτώματα;
 
Τα συμπτώματα προκαλούνται εξαιτίας της διαταραχής απορρόφησης της λακτόζης. Η βαρύτητα των συμπτωμάτων εξαρτάται από την ποσότητα της λακτόζης που καταναλώνεται, εν μέρει το βαθμό ανεπάρκειας της λακτάσης και τη μορφή της τροφής που περιέχει τη λακτόζη. Ακόμη και ένα ποτήρι γάλα που περιέχει 12 γρ. λακτόζης, μπορεί να είναι αρκετό για να προκαλέσει σε παιδιά πόνο στην κοιλιά. Η λακτόζη που δεν απορροφάται αποτελεί υπόστρωμα για την ανάπτυξη εντερικών βακτηριδίων στο παχύ έντερο. Τα βακτηρίδια αυτά, επεξεργάζονται τη λακτόζη, παράγοντας αέρια τα οποία ευθύνονται για φουσκώματα και μετεωρισμό. Συνοπτικά τα συνήθη συμπτώματα που παρουσιάζονται 30 λεπτά έως 2 ώρες μετά τη κατανάλωση τροφής είναι:
• πόνος και φούσκωμα στην κοιλιά
• αέρια
• αφρώδεις, ογκώδεις υδαρείς κενώσεις
• ναυτία, εμετός
Ποιες τροφές μπορεί να περιέχουν λακτόζη; 
 
Κατεξοχήν, τα γαλακτοκομικά προϊόντα δηλαδή γάλα, παγωτό, κρέμα γάλακτος, γιαούρτι, βούτυρο, τυρί περιέχουν λακτόζη σε διάφορες ποσότητες. Εξάλλου η λακτόζη χρησιμοποιείται ως πρόσθετο για βελτίωση της γεύσης και της υφής σε διάφορα προϊόντα, όπως μπισκότα, ζαχαρωτά, παξιμάδια, κέικ, σούπες, δημητριακά, μαργαρίνη, επεξεργασμένα κρέατα (μπέικον, λουκάνικα) και έτοιμες σάλτσες. Τέλος, η λακτόζη χρησιμοποιείται και σε ορισμένα φάρμακα.
Πώς διαγιγνώσκεται η δυσανεξία στη λακτόζη;
Το ιστορικό μπορεί να αποκαλύψει τη σχέση μεταξύ συμπτωμάτων και κατανάλωσης λακτόζης. Μερικές φόρες μπορεί κάποιος να θεωρεί, ότι έχει δυσανεξία στη λακτόζη εξαιτίας συμπτωμάτων δυσπεψίας. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα νοσήματα με παρόμοια συμπτώματα π.χ. ευερέθιστο έντερο.
Μετά τη λήψη του ιστορικού και την κλινική εξέταση, ο γιατρός μπορεί να προτείνει δοκιμαστικά δίαιτα χωρίς λακτόζη για 15 μέρες. Είναι σημαντικό να αποκλειστούν από τη διατροφή εκτός από τα γαλακτοκομικά και τροφές που περιέχουν λακτόζη ως πρόσθετο για τη γεύση ή τη σύσταση. Η σταδιακή εισαγωγή της λακτόζης οδηγεί σε υποτροπή.
Στην πράξη δύο εξετάσεις χρησιμοποιούνται για την επαλήθευση της διάγνωσης:
1) Η μέτρηση του pΗ των κοπράνων. Όξινο pΗ είναι συμβατό με δυσανεξία στη λακτόζη. Δυσαπορρόφηση της λακτόζης προκαλεί παραγωγή οξέων που ευθύνονται για το όξινο pΗ. Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η χορήγηση γεύματος πλούσιου σε λακτόζη, η ταχεία εντερική διάβαση και η άμεση συλλογή και επεξεργασία του δείγματος κοπράνων.
2) Ο προσδιορισμός του υδρογόνου Η2 .στην εκπνοή. Πρόκειται για μη επεμβατική εξέταση που είναι η πλέον αξιόπιστη για τη διάγνωση της δυσανεξίας. Μετά την κατανάλωση τροφής που περιέχει λακτόζη ανά 30 λεπτά μετράται το εκπνεόμενο υδρογόνο σε διάστημα 2-3 ωρών. Αν και υπάρχουν εξαιρέσεις, άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη αποβάλλουν μεγαλύτερες ποσότητες Η2.
Πώς αντιμετωπίζεται;
Τα συμπτώματα αντιμετωπίζονται με τροποποίηση της δίαιτας και αγωγή υποκατάστασης. Προτείνεται εξωγενής χορήγηση λακτάσης ως συμπλήρωμα διατροφής, κατά προτίμηση πριν ή κατά τη διάρκεια του γεύματος. Οι περισσότεροι ανέχονται μια συγκεκριμένη ποσότητα λακτόζης στo διαιτολόγιο τους. Σε κάθε περίπτωση, παρουσιάζεται διαφορετική ικανότητα πέψης της λακτόζης. Γι αυτό, η δίαιτα εξατομικεύεται.
Γενικά προτείνονται:
• κατανάλωση γαλακτοκομικών κατά τη διάρκεια του γεύματος, οπότε και η λακτόζη γίνεται καλύτερα ανεκτή
• κατανάλωση γαλακτοκομικών σε μικρότερη ποσότητα ή γαλακτοκομικών με μειωμένη λακτόζη π.χ., γιαούρτι, σκληρά τυριά (βλ. πίνακα)
• κατανάλωση γάλακτος χωρίς λακτόζη ή γάλακτος σόγιας που δεν περιέχει λακτόζη
Άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη σε τροποποιημένη δίαιτα χρειάζονται ασβέστιο; 
Τα γαλακτοκομικά αποτελούν βασική πηγή ασβεστίου, που είναι απαραίτητο για την αύξηση, την ανακατασκευή των οστών και το μεταβολισμό του οργανισμού. Η ανεπάρκεια του ασβεστίου μπορεί να έχει επιπτώσεις ειδικά στον αναπτυσσόμενο οργανισμό. Η επάρκεια του διαιτολογίου σε ασβέστιο είναι σημαντική για άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη, όταν αποφεύγουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Γι αυτό, συστήνεται εναλλακτικά η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε ασβέστιο, όπως τα ψάρια π.χ. σαρδέλες, σολομός και τα πράσινα λαχανικά π.χ. σπανάκι, μπρόκολο.
Επιπλέον, το ασβέστιο αξιοποιείται από τον οργανισμό όταν υπάρχει επάρκεια της βιταμίνης D. Επομένως, είναι χρήσιμο, άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη να περιλαμβάνουν στο διαιτολόγιο τους τροφές πλούσιες σε βιταμίνη D. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η έκθεση στον ήλιο, καθώς έτσι προάγεται η σύνθεση της συγκεκριμένης βιταμίνης στο δέρμα.