Ινομυώματα μήτρας: Πότε πρέπει να τα αφαιρούμε;

Γράφει ο Γκαργκασουλας Γιώργος, μαιευτήρας γυναικολόγος, συνεργάτης της ΡΕΑ
 
Περίπου 1 στις 3 γυναίκες κατά τη διάρκεια της ζωής της θα εμφανίσει ένα ή περισσότερα ινομυώματα. Στην πλειοψηφία τους όμως οι γυναίκες αυτές δεν θα παρουσιάσουν ποτέ συμπτώματα.
 
Τι είναι τα ινομυώματα μήτρας;
 
Τα ινομυώματα είναι καλοήθεις όγκοι της μήτρας. Τα αίτια της εμφάνισής τους είναι άγνωστα, ενώ οι διαστάσεις τους ποικίλλουν αρκετά, από λίγα χιλιοστά ως μεγάλους όγκους που πιέζουν τα γύρω όργανα της κοιλιάς. Μπορούν δε, να είναι από ένα ως δεκάδες, διαφορετικών διαστάσεων. Εκτός από το μέγεθος και τον αριθμό τους, τα ινομυώματα ποικίλλουν και σε θέση, καθώς μπορεί να βρίσκονται μέσα στο τοίχωμα της μήτρας (ενδοτοιχωματικά), στην εξωτερική επιφάνειά της (υπορογόνια), ή τέλος να προβάλλουν μέσα στην κοιλότητά της μήτρας (υποβλεννογόνια).
 
Παρατηρούνται σε όλες τις ηλικίες, αλλά είναι σαφώς συχνότερα σε γυναίκες άνω των 30 ετών, ενώ ανταποκρίνονται στις γυναικείες ορμόνες, κι έτσι συχνά αυξάνονται σε μέγεθος στην αναπαραγωγική ηλικία και στην εγκυμοσύνη ενώ μικραίνουν μετά την εμμηνόπαυση. Γενικά μπορεί να αυξηθούν σε διαστάσεις με ταχύ ρυθμό, με αργό ρυθμό, ή να παραμείνουν στις ίδιες διαστάσεις για χρόνια.
 
Τι συμπτώματα προκαλούν;
 
Η πλειοψηφία των γυναικών δεν παρουσιάζει κάποιο σύμπτωμα, κι έτσι η διάγνωση τίθεται τυχαία στον ετήσιο γυναικολογικό έλεγχο. Όταν παρουσιάζονται συμπτώματα, το πιο συχνό είναι οι αιμορραγίες, είτε αυτές αφορούν μεγαλύτερη ποσότητα ή διάρκεια κατά τις ημέρες της περιόδου (μηνορραγίες), είτε αιμορραγίες εκτός περιόδου (μητρορραγίες). Αν η απώλεια αίματος είναι μεγάλη μπορεί να προκύψει αναιμία. Άλλα συμπτώματα που μπορεί να παρουσιαστούν είναι ο πόνος  χαμηλά στην κοιλιά κατά την περίοδο, η δυσπαρευνία (πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή), το αίσθημα βάρους, ενώ σε περίπτωση που τα ινομυώματα πιέζουν τα γύρω όργανα μπορεί να εμφανιστούν διαταραχές ούρησης (συχνοουρία ή δυσκολία στην ούρηση) ή δυσκοιλιότητα. Κάποια από τα ινομυώματα τέλος είναι αιτία υπογονιμότητας και αποβολών.
 
Πώς γίνεται η διάγνωση;
 
Συνήθως η διάγνωση γίνεται κατά τη διάρκεια του τυπικού γυναικολογικού ελέγχου. Η βασική εξέταση μέσω της οποίας γίνεται η διάγνωση είναι το υπερηχογράφημα, συνήθως το διακολπικό αν και σε περίπτωση πολύ μεγάλων ινομυωμάτων βοηθά και το εξωτερικό υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας. Σε περίπτωση πολλαπλών ινομυωμάτων μπορεί να ακολουθήσει μαγνητική τομογραφία για την ακριβή χαρτογράφηση των ινομυωμάτων, με κύριο σκοπό να σχεδιαστεί ιδανικά η χειρουργική επέμβαση όταν αυτή κριθεί απαραίτητη.
 
Πότε θα πρέπει να αφαιρούνται τα ινομυώματα;
 
Τα ινομυώματα που δεν προκαλούν συμπτώματα, είναι μικρά, και δεν βρίσκονται σε θέση που να επηρεάζουν τη γονιμότητα αντιμετωπίζονται κατά κανόνα με απλή παρακολούθηση. Συνήθως πραγματοποιούμε συχνότερα υπερηχογραφήματα κατά το πρώτο έτος διάγνωσης, και αν οι διαστάσεις των ινομυωμάτων είναι σχετικά σταθερές, ακολουθεί τακτική παρακολούθηση μία φορά το χρόνο κατά το ετήσιο checkup. Η απόφαση για χειρουργική αντιμετώπιση των ινομυωμάτων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, σημαντικότεροι των οποίων είναι η ηλικία της ασθενούς, η γενική της κατάσταση και η εντόπιση των ινομυωμάτων. 
 
Η θεραπευτική αντιμετώπιση κρίνεται απαραίτητη στις εξής περιπτώσεις : 
 
• Όταν τα ινομυώματα προκαλούν αιμορραγίες κατά την περίοδο σε βαθμό που προκύπτει αναιμία
• Όταν κάποιο ινομύωμα αυξηθεί σε διαστάσεις αρκετά και σε μικρό χρονικό διάστημα (θα πρέπει σε αυτή την περίπτωση να αποκλειστεί η πιθανότητα κακοήθειας)
• Υπογονιμότητα ή ιστορικό αποβολών, σε περίπτωση που έχουν αποκλειστεί άλλα αίτια, και γενικά σε ινομυώματα που προβάλλουν στο κέντρο της μήτρας (ενδομήτριο)
• Αιμορραγίες εκτός περιόδου
• Χρόνιο άλγος χαμηλά στην κοιλιά που οφείλεται σε πιεστικά φαινόμενα από τα ινομυώματα
 
Ποιοι τρόποι αντιμετώπισης υπάρχουν;
 
Η αντιμετώπιση των ινομυωμάτων είναι κατά κανόνα χειρουργική. Υπάρχει η δυνατότητα χρήσης φαρμάκων που σταματούν την περίοδο για ένα διάστημα 6 μηνών προκαλώντας ένα είδος τεχνητής εμμηνόπαυσης, αλλά η αποτελεσματικότητά τους αφορά μόνο το διάστημα αυτό, καθώς τα ινομυώματα μικραίνουν μεν αρχικά, αυξάνονται δε ξανά, σε διαστάσεις μετά τους 6 αυτούς μήνες, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν πριν από το χειρουργείο.
 
Η χειρουργική θεραπεία μπορεί να αφορά:
 
α)την αφαίρεση των ινομυωμάτων (ινομυωματεκτομή), η οποία προτιμάται σε γυναίκες νεότερης ηλικίας, σε γυναίκες που δεν έχουν ολοκληρώσει την τεκνοποίηση, και σε γυναίκες οι οποίες επιθυμούν σε κάθε περίπτωση να διατηρήσουν τη μήτρα.
 
β) την αφαίρεση της μήτρας (υστερεκτομή), με ή χωρίς ταυτόχρονα αφαίρεση των ωοθηκών, η οποία προτιμάται σε γυναίκες που έχουν ολοκληρώσει την επιθυμία για τεκνοποίηση, καθώς είναι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα εμφανιστούν ξανά.
 
Ανοιχτό χειρουργείο ή λαπαροσκόπηση;
 
Στη σημερινή εποχή με την εξέλιξη της τεχνολογίας, η μέθοδος εκλογής τόσο για την αφαίρεση των ινομυωμάτων, όσο και για την αφαίρεση ολόκληρης της μήτρας (ολική υστερεκτομή) ή την αφαίρεση τμήματος της μήτρας με διατήρηση του τραχήλου (υφολική υστερεκτομή) είναι η λαπαροσκόπηση, δηλαδή η χειρουργική επέμβαση μέσω πολύ μικρών τομών, με τη βοήθεια ενός μικρού «τηλεσκοπίου».
 
Τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκόπησης είναι τόσο το αισθητικό αποτέλεσμα (3-4 μικρές τομές στο δέρμα μήκους μισού ή ενός εκατοστού), όσο και το σύνολο της μετεγχειρητικής εικόνας (λιγότερος πόνος, νοσηλεία μιας μόνο ημέρας, επιστροφή στις δραστηριότητες σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα).
 
Σε κάποιες όμως περιπτώσεις, όταν το μέγεθος της μήτρας είναι υπερβολικά αυξημένο, ή ο αριθμός των ινομυωμάτων είναι εξαιρετικά υψηλός, καθώς και σε περιπτώσεις που η λαπαροσκόπηση αντενδείκνυται, η ινομυωματεκτομή ή αντίστοιχα η αφαίρεση της μήτρας πρέπει να πραγματοποιηθεί με ανοιχτό χειρουργείο (λαπαροτομία). 
Στην περίπτωση ινομυωμάτων μικρών διαστάσεων που προβάλλουν στην κοιλότητα της μήτρας η ενδεδειγμένη επέμβαση για την αφαίρεσή τους είναι η υστεροσκόπηση. Το χειρουργικό «τηλεσκόπιο» στην περίπτωση αυτή εισάγεται στο εσωτερικό της μήτρας μέσω του κόλπου, αποφεύγοντας έτσι οποιαδήποτε τομή στο δέρμα, ενώ ο χρόνος νοσηλείας είναι λίγες μόνο ώρες.
 
Τέλος, υπάρχουν, αλλά χρησιμοποιούνται πολύ λιγότερο, εναλλακτικές μέθοδοι όπως η ρομποτική αφαίρεση ινομυωμάτων, ή ο εμβολισμός των αγγείων της μήτρας.
Συμπερασματικά, είναι σαφής η αναγκαιότητα για τον ετήσιο γυναικολογικό έλεγχο της γυναίκας, κατά τον οποίο θα πρέπει να διενεργείται πέραν του τεστ Παπανικολάου και υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων, με το οποίο γίνεται η διάγνωση των ινομυωμάτων, ιδιαίτερα κατά την αναπαραγωγική ηλικία στην οποία εμφανίζονται συχνότερα.
 
Είναι όμως επίσης υποχρέωση των χειρουργών γυναικολόγων να καθησυχάζουν τις γυναίκες όταν τίθεται η διάγνωση, καθώς τα ινομυώματα ανευρίσκονται με πολύ υψηλή συχνότητα, είναι καλοήθεις όγκοι, και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν απαιτούν θεραπεία.